Skip navigation

Υπάρχει κανείς εδώ; Φωνή βοώντος εν Εκβατάνοις…Και καλά οι αναγνώστες – αυτοί φεύγουν σαν τα πουλιά όταν δε βρίσκουν πια σποράκια δίπλα στο νερόλακκο. Αλλά πού πήγαν οι συνεργάτες ; Στους (εναπομείναντες) αναγνώστες οφείλονται εξηγήσεις. Όχι, όχι οι συνεργάτες δεν πήδηξαν ομαδικά από τα τείχη της πόλεως, ούτε μετανάστευσαν σε άλλους τροπικούς. Ζουν πάντοτε ανάμεσά μας, τρώνε τα νύχια τους στα μποτιλιαρίσματα, αποφασίζουν σταθερά να κόψουν το τσιγάρο, ψάχνουν ευκαιρίες στο e-bay, ζυγίζονται το βράδυ μετά το μπάνιο τους και μέχρι το πρωί έχουν ξεχάσει την ένδειξη της ζυγαριάς. Κοντολογίς, τίποτα δεν άλλαξε δραματικά στη ζωή τους- μόνο μερικές αναλογίες: γραμμάρια πόθου ή απελπισίας, εκατοστά διάψευσης ή επιβεβαίωσης. Δεν ζορίστηκαν μέσα στην εθνική κατάθλιψη βλέποντας «επαγγελματίες» πολιτικούς να συνευρίσκονται μέσα σε άδεια γραφεία με εμφιαλωμένα νεράκια μόνο και μόνο για να ανταλλάξουν χειραψίες και να φωτογραφηθούν;  Ασφαλώς, τι λέμε τώρα… Δεν έχασαν ή δεν απειλούνται να χάσουν τη δουλειά τους; Nαι και στα δύο. Δεν στάθηκαν μπροστά σ’ ένα ATM αναλογιζόμενοι αν πρέπει να στραγγίσουν σταδιακά τις (όποιες) καταθέσεις τους, μετατρέποντας το σπίτι τους σε σπίτι του θείου Όλαφ από τη «σειρά των ατυχών περιστατικών»; Αν και δυσνόητη η ερώτηση (έτσι όπως τη συνέταξα), ναι, και πάλι ναι.

Για να διαβάσετε τη συνέχεια και όλο το περιοδικό, πατήστε το σύνδεσμο:

ΕΚΒΑΤΑΝΑ09

Advertisements

Ένας ανόητος έρωτας. Ένας τυχαίος θάνατος. Τι διαφορά έχουν; Καμία. Και οι δύο έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που δεν τους περιμένεις, και οι δύο σε αφήνουν κατεστραμμένο, κατά τι λιγότερον από ό,τι ήσουν πριν. ΟΚ, έχουν μια διαφορά: στην πρώτη περίπτωση συνήθως έχεις μια επόμενη ευκαιρία, στη δεύτερη όχι. Πάμε για την επόμενη σύγκριση: Αγρύπνια. Θάνατος. Και πάλι στην πρώτη περίπτωση έχεις μια ακόμα ευκαιρία. Ένα ακόμα ξύπνημα. Στη δεύτερη όχι. Ωστόσο, στην περίπτωση του θανάτου έχεις τον ύπνο. Έχεις την ξεκούραση, την ποθητή ηρεμία. Οι γύρω σου είναι που τραβάνε το ζόρι, ενώ όταν απλά ξαγρυπνάς, όταν
βασανίζεσαι από αϋπνίες, είναι συνήθως τότε που οι γύρω σου, εκείνοι που σε αγαπούν, που θεωρούν ότι όλα πάνε καλά, ότι ξεκουράζεσαι ήρεμος κάτω από το πάπλωμα και πάνω από το μαξιλάρι, που κοιμούνται ειρωνικά ήσυχοι. Κι είναι τότε που εσύ νιώθεις άρρωστος, κουρασμένος εκατό ετών και αποζητάς τον ύπνο, αυτό τον μικρό θάνατο με δεδομένη τη δεύτερη ευκαιρία. Αναρωτιέμαι τι είναι προτιμότερο.

(για να διαβάσετε τη συνέχεια και όλο το περιοδικό, πατήστε τον σύνδεσμο)

EKBATANA08

Παρότι αντιπαθώ σφόδρα τον παχύδερμο εμπνευστή της περίφημης πλέον ατάκας «μαζί τα φάγαμε», δεν μπόρεσα πρόσφατα παρά να μπω στη διαδικασία να αναζητήσω το τί ακριβώς είχε στο μυαλό του πριν την εκστομίσει, όχι σε επίπεδο δυνατότητας πρόγνωσης των αντιδράσεων που θα ξεσήκωνε αλλά περισσότερο κατά το σχολικό «τί θέλει να πει ο ποιητής». Στην προκειμένη λοιπόν, περίπτωση, ο ποιητής πιστεύω ότι ήθελε να πει: Εγώ και το συνάφι μου τα τρώγαμε κι εσείς αδιαφορούσατε γι’ αυτό. Και επειδή τέτοια είμαι, όπως θα έλεγε και ο Σπύρος, αναρωτήθηκα περαιτέρω αν αυτό είναι και πρακτικά δυνατό. Για να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό χρειάστηκε να φανταστώ ένα ολόκληρο έθνος χωρισμένο στα δύο: οι μεν μισοί να μασουλάνε ηχηρά, με τα λάδια να κυλάνε στο πηγούνι και τις κοιλιές να ξεχυλίζουν από τα παντελόνια και οι άλλοι μισοί να μισογυρνάνε την πλάτη ενοχλημένοι μεν, ρουφώντας φραπεδάκι και μονολογώντας κατά βάση αδιάφορα, «δε βαριέσαι μωρέ … θα πεινάει ο άνθρωπος.» Κάτι δεν μου πήγαινε καλά με αυτή την εικόνα. Το επόμενο λογικό βήμα για τον φτωχό μου εγκέφαλο ήταν να αναρωτηθώ πόσες φορές μέσα στην ημέρα κάθε ένας από εμάς έχει άμεση συνείδηση του ότι είναι μέλος μιας κοινωνίας πολιτών, προσαρμόζοντας ανάλογα και την συμπεριφορά του.

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΚΒΑΤΑΝΑ07:

EKBATANA07

Στην έξοδο της παραλιακής προς Μικρολίμανο, μπροστά ακριβώς από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν, με περιμένουν κάθε πρωί δύο φιγούρες. Η πρώτη είναι η ανάμνηση ενός γιατρού που δουλεύει εκεί μέσα. Κάποιο πρωί, χαράματα Παρασκευής Ιουλίου πριν από τέσσερα χρόνια, ο άνθρωπος αυτός κοίταξε μέσα στο αριστερό μου αυτί με ένα μακρουλό μεταλλικό όργανο και διέγνωσε ωτίτιδα. Τη διάγνωσή του αυτή ακολούθησε ένα τεράστιο χαμόγελο από πλευράς μου. Μην με παρεξηγήσετε: δεν είμαι καμιά υποχόνδρια που απολαμβάνει να ακούει ότι πάσχει από κάποια αρρώστια, ήταν απλά που είχα περάσει το προηγούμενο βράδυ πεπεισμένη ότι θα πεθάνω, ότι το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να κοπεί στα δύο από εκείνο τον απίστευτο πόνο που ένιωθα. Ωτίτιδα; Πόσο ανώδυνο ακουγόταν αυτό; Αντιβίωση για δύο ημέρες; Σοβαρολογούσε ο γιατρός; Εγώ ήμουν έτοιμη να αποχαιρετίσω τα εγκόσμια κι εκείνος απλά ανασήκωνε τους ώμους, μου έλεγε ότι κόλλησα κάτι από την βουτιά μου στη θάλασσα και ότι σύντομα θα ήμουν πάλι καλά;

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΚΒΑΤΑΝΑ06:

EKVATANA06

Κατά τη διάρκεια του 2010, πολλά μωρά ήρθαν στον κόσμο και κάποια από αυτά είχαν την τύχη να έχουν για γονείς πολύ αγαπημένους μου ανθρώπους. Οι ώρες που πέρασα στις αίθουσες αναμονής μαιευτηρίων να μασουλάω νευρική τα νύχια μου, στο τηλέφωνο να μιλάω με τους νεοφώτιστους γονείς ή μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή να διαβάζω μέιλ τους, με οδήγησαν στο ακόλουθο συμπέρασμα: Κανένας, ποτέ, δεν βαριέται να αναπαράγει τις πρώτες πληροφορίες που παίρνει από τις μαίες και τους παιδιάτρους για το μωρό του. Αυτές οι πληροφορίες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν να κάνουν με το ύψος και το βάρος του μωρού.

Επειδή είμαι λαγωνικό με χάρισμα και τέτοιες συμπτώσεις δεν διαφεύγουν από το εκπαιδευμένο μου ραντάρ, δεν άργησα να βρω την πραγματική αιτία πίσω από την ιερότητα, θα έλεγε κανείς, με την οποία οι νέοι γονείς ακούν και στη συνέχεια αναπαράγουν στον περίγυρό τους αυτές τις πληροφορίες. Αποφάσισα πως ο λόγος για τον οποίο αυτό συμβαίνει είναι γιατί το ύψος και το βάρος ενός νεογέννητου είναι τα μοναδικά πράγματα τα οποία γνωρίζουμε γι’ αυτό. Σκεφτείτε το λιγάκι: η πραγματική ταυτότητα ενός νεογέννητου ανθρώπου μένει για καιρό πολύ καλά κρυμμένη. Κανένας μαιευτήρας δεν βγήκε ποτέ από την αίθουσα του τοκετού και σπεύδοντας προς τη μεριά του ανυπόμονου πατέρα να είπε: «Συγχαρητήρια! Μαμά και μωρό χαίρουν άκρας υγείας. Ο μικρός Αριστείδης αγαπάει το κατσικάκι στο φούρνο και είναι εξαιρετικά ικανός κολυμβητής. Δυστυχώς, φοβάμαι πως αδύνατό του σημείο είναι η οπισθογωνία και  η απλή μέθοδος των τριών» ή ακόμα «Η μικρή Κατερίνα αγαπάει τον ήχο της βροχής και το μοβ χρώμα. Είναι αλλεργική στις μελιτζάνες παπουτσάκια και κυριολεκτικά εθισμένη στις σειρές του Παπακαλιάτη». Συμπέρασμα; Το μόνο για το οποίο είμαστε σίγουροι, όταν κάποιος καινούριος προστίθεται στην παρέα, είναι πόσο χώρο πιάνει στο δωμάτιο. Για τα υπόλοιπα πρέπει να κάνουμε υπομονή μέχρι να τα ανακαλύψει και ο ίδιος.

Κάπως έτσι νιώθω ότι συμβαίνει και με τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ. Κάθε φορά που κάποιος με ρωτάει «Τι περιοδικό είναι αυτό, λοιπόν;» «πώς θα το χαρακτήριζες με δύο τρεις κουβέντες;» σηκώνω ανήμπορη τους ώμους. Είναι ακόμα νεογέννητο, έχω πλέον να λέω. Μόλις κλείσαμε τέσσερα τεύχη και αφήσαμε πίσω τον πρώτο χρόνο ύπαρξής μας. Πού θέλετε να ξέρουμε; Να σας πω καλύτερα πόσο χώρο πιάνει στο διαδίκτυο, μια πληροφορία που την έχω και πρόχειρη; Είναι ελάχιστος (μόλις 12 ΜΒ, όπως με πληροφορεί το wordpress). Όπως όλα τα νεογέννητα, όμως, ο χώρος που πιάνει μέσα σε ένα δωμάτιο είναι εντελώς διαφορετική ιστορία από εκείνον που καταλαμβάνει στην καρδιά των δημιουργών του και εκείνων που έχουν την τύχη να το γνωρίσουν αμέσως μετά το πρώτο του κλάμα.

Καλή χρονιά & καλή ανάγνωση!

Lucia

 Πατήστε το ΕΚΒΑΤΑΝΑ05 για να κατεβάσετε το περιοδικό:

ΕΚΒΑΤΑΝΑ05

Τα αγόρια τεμπελιάσανε αρκετά αυτό το δίμηνο. Καταρχήν οι αθλητικογράφοι: Νομίζω πως έπεσαν μεμοιάς σε μάζικη μελαγχολία. Ο Fool Back ξαφνικά αποφάσισε να πετάξει τις γραβάτες και τα πεινιρλί σουτζούκι που συνόδευαν τα βιαστικα εργασιακά του γεύματα και να ξαναπάει στο δημοτικό, και ο Χειλάς προσπαθεί ακόμα να ξορκίσει τις συμφορές που βρήκαν την ΑΕΚ. Κανένας από τους δύο δεν κατάφερε να παραδώσει ένα σοβαρό άρθρο για την μπάλα κι εγώ δεν είμαι σε θέση να αντικαταστήσω κανέναν από τους δυο τους.

Ύστερα την κοπάνησε ο Αρσίνοος. Το μόνο που άφησε πίσω του ήταν ένα κίτρινο ποστ-ιτ στο χωλ που έγραφε: «ερωτεύτηκα – φεύγω να βρω τί». Πήρε μαζί του ένα σακίδιο, μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή κι ένα σημειωματάριο κι από εκείνη την ημέρα δεν έχει στείλει ούτε SMS. Ωραίος τύπος.

Ευτυχώς που κάποιοι έμειναν πιστοί. Ο Δούρειος Ευρωπαίος, για παράδειγμα, που μελέτησε τα σύννεφα κι έγραψε επισταμένως για αυτά, ο Σπύρος και φυσικά ο Dr. Dark που δεν θα άφηνε κανέναν από τους αναγνώστες του παραπονεμένους – φρόντισε για άλλο ένα τεύχος να δώσει σωστές απαντήσεις στις τελείως λάθος ερωτήσεις τους. Στο μεταξύ, η everydaygeorgia καταπιάστηκε με τη λύση ενός πανάρχαιου Catch -22 κι ένα καινούριο μέλος προστέθηκε στην παρέα: Ο Κώστας Ραίτερ ο ghostwriter. Αυτός δεν έχει ώρα ούτε για μελαγχολίες ούτε για αναζητήσεις, θέλει μόνο την ησυχία του και στα «Γράμματα Συνεργατών» μας εξηγεί ακριβώς πώς την έχασε.

Ανέκαθεν πίστευα πως το ισχυρότερο αφροδισιακό είναι η γνώση που δεν κατέχω. Τί έχεις να μου πεις για κάτι που δεν γνωρίζω ήδη; Πόσα ξέρεις για αυτό; Πόσο έχεις βασανιστεί για να αποκτήσεις αυτή τη γνώση; Πόσα βιβλία που εγώ αγνοώ διάβασες, τί σε οδήγησε να τα ανοίξεις, πόσο ξενύχτησες γυρίζοντας τις σελίδες τους, πόσο πειστικά μπορείς να συνοψίσεις το νόημά τους; Φαντάζομαι έναν άντρα σκυμμένο πάνω από σελίδες, αφοσιωμένο σε αυτό που προσπαθεί να καταλάβει, έξω νύχτα, ο δρόμος σιωπηλός, το ραδιόφωνο χαμηλά κι εκείνος να μην έχει ανάγκη τίποτα άλλο από αυτό που προσπαθεί να αποκτήσει: όχι εμένα, όχι το κορίτσι στο απέναντι κάθισμα του μετρό και στο ταμείο του Χόντου, αλλά τη γνώση. Κάποιου – οποιουδήποτε – είδους γνώση. Έτσι ο άλλος γίνεται έστω για λίγο απροσπέλαστος, απρόσιτος, άρα ποθητός. Έτσι τα κορίτσια στο Λύκειο ερωτεύονται πάντα τους καθηγητές τους.

Σε αυτό το τεύχος, το τελευταίο του ’10, όσοι γράφουν, γράφουν για πράγματα που γνωρίζουν καλά. Με το που μπήκε ο Οκτώβρης ξαφνικά γίναμε όλοι σπουδαίοι μελετητές. Ίσως είναι η βροχή που μας έκλεισε όλους στα σπίτια μας μια ώρα αρχύτερα. Ίσως απλά ο καθένας μας προσπαθεί να ανάψει κάποιον με ό,τι ξέρει.

Καλή ανάγνωση και ραντεβού τον Ιανουάριο του ’11!

Lucia

Υ.Γ. Επειδή μας ανάβουν και τα σχόλιά σας: ekvatana@gmail.com

Πατήστε το ΕΚΒΑΤΑΝΑ04 για να κατεβάσετε το περιοδικό:

ΕΚΒΑΤΑΝΑ04

Στο τραπέζι μπροστά μου μόλις είχε προσγειωθεί ένα πήλινο μπολ με φάβα, όταν το τηλέφωνο χτύπησε, εκείνο το προτελευταίο Κυριακάτικο μεσημέρι του Ιουλίου. Ακούμπησα απρόθυμα το πιρούνι κάτω και αναζήτησα εκνευρισμένη τη μικρή συσκευή κάτω από το αναποδογυρισμένο βιβλίο μου πλάι στη χωριάτικη. Στην οθόνη αναβόσβηνε το (χριστιανικό) όνομα του Fool Back. Πάτησα γεμάτη απορία το πράσινο κουμπί για να δεχτώ την κλήση του (στα δεκαπέντε χρόνια που τον γνωρίζω είναι ζήτημα αν έχει σηκώσει εκείνος το τηλέφωνο να με πάρει τρεις φορές) και για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου αναρωτήθηκα ποιος πέθανε. Σίγουρα έχουμε πια μεγαλώσει, αλλά παραείμαστε νέοι για να  ανταλλάσουμε από τώρα νέα περί θανάτου παλαιών μας συμμαθητών. Καθώς έφερα το τηλέφωνο στο αυτί και ψιθύριζα «τι θες, ρε» στο ακουστικό, το βλέμμα μου περιπλανήθηκε από το μπολ με τη φάβα στην άκρη του τραπεζιού μου λίγο παρακάτω, πάνω στην ξανθιά αμμουδιά της Αλοπρόνοιας. Ένα ζευγάρι με μωρό ετοιμαζόταν να βουτήξει, δύο άντρες κάθονταν πλάι πλάι σ’ ένα παγκάκι κάτω από μια ομπρέλα, γαλάζια νερά λαμπύριζαν κάτω από τον κυκλαδίτικο ήλιο και, την στιγμή ακριβώς που ο παλιός μου φίλος από την άλλη άκρη της γραμμής μού ανακοίνωνε ότι η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έγραφε στο τεύχος εκείνης της ημέρας για τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ, το βλέμμα μου στάθηκε στον Δούρειο Ευρωπαίο, που όλη εκείνη την ώρα έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του, αλλά τώρα, λες και είχε καταλάβει, γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας με βλέμμα που δεν μπορούσε να σημαίνει τίποτα άλλο από εκείνο το κλασικό «I told you so».

Η αλήθεια είναι ότι εκείνο τον βαρύ μακρύ χειμώνα 2009 – 2010, όσο η ιδέα πίσω από τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ γεννιόταν και πέθαινε κάθε δεύτερη εβδομάδα και οι δικαιολογίες της ομάδας έδιναν και έπαιρναν, ο Δούρειος ήταν ο μόνος που επέμενε κρατώντας την ετοιμοθάνατη φλογίτσα εκείνης της μικρής αλλά καλής ιδέας αναμμένη. Είχε δίκιο; Η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και οι περίπου 1.300 νέοι μας αναγνώστες δείχνουν να συμφωνούν μαζί του. Κατά τα λοιπά, ο χρόνος θα το δείξει.

Ο ενθουσιασμός που ακολούθησε το τηλεφώνημα του Fool Back, τα εορταστικά ουζάκια το ίδιο βράδυ και η εβδομάδα εκείνη στη Σίκινο πέρασαν όσο γρήγορα ήρθαν. Πίσω στην Αθήνα η ομάδα διασκορπίστηκε, οι υπόλοιποι συνέχισαν τις διακοπές τους κι εγώ ξεκλείδωσα το γραφείο μου πρώτη Αυγούστου. Αν δεν ήταν εκείνο το cd της Αρλέτας που ξαναβρήκα τυχαία στο αυτοκίνητο ενός φίλου, αν δεν το βούταγα και δεν φρόντιζα να το ακούω ξανά και ξανά  κάθε μέρα σχεδόν, ίσως να μην τα είχα βγάλει πέρα με τον καύσωνα και την ερημιά της πρωτεύουσας. Ο Αύγουστος σ’ αυτή την πόλη μοιάζει με πρόβα για τα γηρατειά: το σώμα υποφέρει, οι αναμνήσεις ταλαιπωρούν και οι φίλοι έχουν φύγει για ένα μέρος πιο πράσινο, πιο δροσερό, πιο χαρούμενο, θαρρείς για πάντα.

Τέλος πάντων, η θερμοκρασία κάπως έπεσε, οι φίλοι γύρισαν, έγινε κι ο Αύγουστος παρελθόν κι εγώ νιώθω ξανά όσο νέα είμαι. Έκανα μερικές προσπάθειες να βάλω την ομάδα ΕΚΒΑΤΑΝΑ σε μια σειρά, να τους εμπνεύσω μια κεντρική ιδέα για το νέο μας τεύχος. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνημάτων, συναντήσεων αλλά και μέσω μέιλ κάτι ψέλλιζα για φθινόπωρο, για φρεσκοξυσμένα μολύβια, για τις γόμες που πάντα βρίσκονται όπου υπάρχουν αυτά τα φρεσκοξυσμένα μολύβια, αλλά καθένας τους έκανε τελικά του κεφαλιού του: ο Δούρειος γύρισε από τα Δωδεκάνησα πιο θλιμμένος από ποτέ και δεν με άκουγε καν, ο Dr. Dark μού κατέβασε στα μούτρα το ακουστικό, ο Fool Back δήλωσε ότι έχει τις εμπνεύσεις μου γραμμένες, ο Σπύρος κοιτούσε τα λεωφορεία να κατεβαίνουν την Συγγρού και μελαγχολούσε. Όσες φορές προσπάθησα να βρω την everydaygeorgia στο τηλέφωνο, επιμένοντας να μάθω πού ήταν, η κλήση μου προωθείτο. Για πότε, άραγε;

Lucia

Πατήστε το ΕΚΒΑΤΑΝΑ03 για να κατεβάσετε το περιοδικό:

EKVATANA03

Ζήτησα από την ομάδα ΕΚΒΑΤΑΝΑ για αυτό το τεύχος που ανοίγετε σήμερα στις οθόνες σας να μην γράψουν ούτε μια παράγραφο, ούτε μια λέξη για την κρίση και το ΔΝΤ. Αυτό ξεσήκωσε αντιδράσεις. Ήταν προφανές πως όλοι (εκτός ίσως από τους αθλητικογράφους μας …) είχαν κάτι να πουν γι΄αυτή την ιστορία. Χειρότερος απ΄όλους ήταν ο Dr. Dark, ο οποίος έβαλε μια από τις συζύγους του να με πάρει τηλέφωνο και να με απειλήσει ότι θα μου έκαναν οικογενειακώς Βουντού, εάν δεν θέσπιζα ρητή εξαίρεση για τη στήλη του. Κάπως έτσι υπέκυψα.

Το πρώτο μας τεύχος (αν πιστέψουμε τα στατιστικά του wordpress.com) διαβάστηκε μέχρι σήμερα που δημοσιεύουμε το δεύτερο από 323 άτομα. Αυτό είναι κάτι που όλοι βρίσκουμε περίφημο. Θα μας ακολουθήσουν αυτοί οι εκλεκτοί 323 και στην νέα μας απόπειρα; Θα μας προτείνουν και σε 323 φίλους (ή εχθρούς…) τους; Με τέτοια ερωτήματα ασχοληθήκαμε μεταξύ άλλων αυτούς τους δύο μήνες, όσο  πληκτρολογούσαμε με μανία  άρθρα για τα κύματα, τη μουσική και φυσικά το Μουντιάλ. Αγαπήστε μας, σκεφτόμασταν στα κρυφά και για να σας πείσουμε ότι το αξίζουμε ζητήσαμε από το Βυτίο (tovytio.wordpress.com) να στάξει λίγο από τη σοφία του στις σελίδες μας, στείλαμε την everydaygeorgia στο διάστημα, μεταφέραμε την κουβέντα από τα κοχύλια στα κύματα και από τη μουσική για γέλια στα βιβλία του Ρόμπερτ Μούζιλ.

Αρχική μου πρόθεση ήταν να αφιερώσουμε αυτό το τεύχος στο ελληνικό καλοκαιρινό μεσημέρι. Ήθελα κείμενα ρομαντικά, φορτισμένα με καταπιεσμένη σεξουαλική επιθυμία, πόθους από το παρελθόν, διακοπές, αλάτι στο δέρμα, ανεμιστηράκια στην άκρη του γραφείου, «εγώ και συ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη» στο ράδιο, ξεραμένους αφρούς από φραπέδες στο ποτήρι και ύπνους με την κοιλιά πάνω στην καυτή άμμο. Ήθελα προσωπικές εξομολογήσεις, ιστορίες που να μιλούν για μεσημεριανά φλερτ, φιλιά κρέμα φράουλα, μια γιαγιά να ροχαλίζει στο διπλανό δωμάτιο αφού έχει επιβάλει σιωπητήριο, και πόνο, πόνο, πόνο για έρωτες που ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν. Κατέληξα αγκαλιά με το ΔΝΤ.

Καθρέφτης είμαι, Ελλάδα, και σου μοιάζω.

Lucia

Πατήστε το ΕΚΒΑΤΑΝΑ02 για να κατεβάσετε το περιοδικό:

EKBATANA02

Γίναμε ομάδα επειδή ο πρώτος είχε μια καλή ιδέα για τον τίτλο, ο δεύτερος την απόλυτη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσουμε αν δεν σκοπεύσουμε από την αρχή προς το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και η τρίτη  αρκετό θράσσος για να αρπάξει τα ηνία την ώρα που οι άλλοι δύο ονειροπολούσαν αντί να προσέχουν τα νώτα τους.

Αυτό είναι το πρώτο μας τεύχος, η πρώτη μας ομαδική απόπειρα. Εάν ακολουθήσει και δεύτερο, θα το εκλάβουμε ως σημάδι ότι κάτι κάναμε σωστά. Κάθε τεύχος που θα αφήνουμε πίσω μας, θα είναι ένα ακόμα σημάδι – και ο απόηχός του θα κρατάει μόνο μέχρι το επόμενο.

Είμαστε τρεις μοναχικοί καβαλάρηδες με μόνιμο προορισμό την επόμενη πόλη. Από τις σέλες των αλόγων μας κρέμεται ένα δισάκι με λίγο νερό (της φωτιάς, κάποιες φορές αραιωμένο με σόδα ή πάγο) και μικρά, θολά καθρεφτάκια. Πότε πότε θα τα στρέφουμε προς τον ορίζοντα και θα καταγράφουμε εδώ αυτά που είδαμε μέσα τους και άλλες θα τα κοιτάμε οι ίδιοι κατάματα. Αν δεν τρομάξουμε με αυτά που θα δούμε, θα κάνουμε αυτές τις εικόνες ιστορίες.

 Καλό μας ταξίδι,

Lucia

πατήστε το σύνδεσμο για να κατεβάσετε το περιοδικό:

EKBATANA01