Skip navigation

Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2010

Στο τραπέζι μπροστά μου μόλις είχε προσγειωθεί ένα πήλινο μπολ με φάβα, όταν το τηλέφωνο χτύπησε, εκείνο το προτελευταίο Κυριακάτικο μεσημέρι του Ιουλίου. Ακούμπησα απρόθυμα το πιρούνι κάτω και αναζήτησα εκνευρισμένη τη μικρή συσκευή κάτω από το αναποδογυρισμένο βιβλίο μου πλάι στη χωριάτικη. Στην οθόνη αναβόσβηνε το (χριστιανικό) όνομα του Fool Back. Πάτησα γεμάτη απορία το πράσινο κουμπί για να δεχτώ την κλήση του (στα δεκαπέντε χρόνια που τον γνωρίζω είναι ζήτημα αν έχει σηκώσει εκείνος το τηλέφωνο να με πάρει τρεις φορές) και για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου αναρωτήθηκα ποιος πέθανε. Σίγουρα έχουμε πια μεγαλώσει, αλλά παραείμαστε νέοι για να  ανταλλάσουμε από τώρα νέα περί θανάτου παλαιών μας συμμαθητών. Καθώς έφερα το τηλέφωνο στο αυτί και ψιθύριζα «τι θες, ρε» στο ακουστικό, το βλέμμα μου περιπλανήθηκε από το μπολ με τη φάβα στην άκρη του τραπεζιού μου λίγο παρακάτω, πάνω στην ξανθιά αμμουδιά της Αλοπρόνοιας. Ένα ζευγάρι με μωρό ετοιμαζόταν να βουτήξει, δύο άντρες κάθονταν πλάι πλάι σ’ ένα παγκάκι κάτω από μια ομπρέλα, γαλάζια νερά λαμπύριζαν κάτω από τον κυκλαδίτικο ήλιο και, την στιγμή ακριβώς που ο παλιός μου φίλος από την άλλη άκρη της γραμμής μού ανακοίνωνε ότι η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έγραφε στο τεύχος εκείνης της ημέρας για τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ, το βλέμμα μου στάθηκε στον Δούρειο Ευρωπαίο, που όλη εκείνη την ώρα έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του, αλλά τώρα, λες και είχε καταλάβει, γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας με βλέμμα που δεν μπορούσε να σημαίνει τίποτα άλλο από εκείνο το κλασικό «I told you so».

Η αλήθεια είναι ότι εκείνο τον βαρύ μακρύ χειμώνα 2009 – 2010, όσο η ιδέα πίσω από τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ γεννιόταν και πέθαινε κάθε δεύτερη εβδομάδα και οι δικαιολογίες της ομάδας έδιναν και έπαιρναν, ο Δούρειος ήταν ο μόνος που επέμενε κρατώντας την ετοιμοθάνατη φλογίτσα εκείνης της μικρής αλλά καλής ιδέας αναμμένη. Είχε δίκιο; Η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και οι περίπου 1.300 νέοι μας αναγνώστες δείχνουν να συμφωνούν μαζί του. Κατά τα λοιπά, ο χρόνος θα το δείξει.

Ο ενθουσιασμός που ακολούθησε το τηλεφώνημα του Fool Back, τα εορταστικά ουζάκια το ίδιο βράδυ και η εβδομάδα εκείνη στη Σίκινο πέρασαν όσο γρήγορα ήρθαν. Πίσω στην Αθήνα η ομάδα διασκορπίστηκε, οι υπόλοιποι συνέχισαν τις διακοπές τους κι εγώ ξεκλείδωσα το γραφείο μου πρώτη Αυγούστου. Αν δεν ήταν εκείνο το cd της Αρλέτας που ξαναβρήκα τυχαία στο αυτοκίνητο ενός φίλου, αν δεν το βούταγα και δεν φρόντιζα να το ακούω ξανά και ξανά  κάθε μέρα σχεδόν, ίσως να μην τα είχα βγάλει πέρα με τον καύσωνα και την ερημιά της πρωτεύουσας. Ο Αύγουστος σ’ αυτή την πόλη μοιάζει με πρόβα για τα γηρατειά: το σώμα υποφέρει, οι αναμνήσεις ταλαιπωρούν και οι φίλοι έχουν φύγει για ένα μέρος πιο πράσινο, πιο δροσερό, πιο χαρούμενο, θαρρείς για πάντα.

Τέλος πάντων, η θερμοκρασία κάπως έπεσε, οι φίλοι γύρισαν, έγινε κι ο Αύγουστος παρελθόν κι εγώ νιώθω ξανά όσο νέα είμαι. Έκανα μερικές προσπάθειες να βάλω την ομάδα ΕΚΒΑΤΑΝΑ σε μια σειρά, να τους εμπνεύσω μια κεντρική ιδέα για το νέο μας τεύχος. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνημάτων, συναντήσεων αλλά και μέσω μέιλ κάτι ψέλλιζα για φθινόπωρο, για φρεσκοξυσμένα μολύβια, για τις γόμες που πάντα βρίσκονται όπου υπάρχουν αυτά τα φρεσκοξυσμένα μολύβια, αλλά καθένας τους έκανε τελικά του κεφαλιού του: ο Δούρειος γύρισε από τα Δωδεκάνησα πιο θλιμμένος από ποτέ και δεν με άκουγε καν, ο Dr. Dark μού κατέβασε στα μούτρα το ακουστικό, ο Fool Back δήλωσε ότι έχει τις εμπνεύσεις μου γραμμένες, ο Σπύρος κοιτούσε τα λεωφορεία να κατεβαίνουν την Συγγρού και μελαγχολούσε. Όσες φορές προσπάθησα να βρω την everydaygeorgia στο τηλέφωνο, επιμένοντας να μάθω πού ήταν, η κλήση μου προωθείτο. Για πότε, άραγε;

Lucia

Πατήστε το ΕΚΒΑΤΑΝΑ03 για να κατεβάσετε το περιοδικό:

EKVATANA03